"Φιλοκαλούμεν τε γάρ μετ' ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας..."

"Φιλοκαλούμεν τε γάρ μετ' ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας..."
Αγαπάμε το ωραίο με λιτότητα και φιλοσοφούμε χωρίς να γινόμαστε μαλθακοί. Η ενασχόληση με τη φιλοσοφία δε μας κάνει θεωρητικούς ανθρώπους και δεν μας απομακρύνει από την πρακτική δράση, λέει ο Θουκυδίδης δια στόματος Περικλή.
Έτσι με το παρόν ιστολόγιο και εμείς, οι μαθητές της Β τάξης του 4ου Λυκείου Χαλκίδας είμαστε ενεργοί, προβληματιζόμαστε για ό,τι συμβαίνει γύρω μας και αποδεικνύουμε ότι η φιλοσοφία οδηγεί στη σκέψη και στη δράση.
Μας κάνει να αναρωτιόμαστε για ό,τι συμβαίνει γύρω μας και να μην αποδεχόμαστε τίποτα ως δεδομένο και "φυσικό". "Φιλοσοφία θα πει να βρίσκεσαι καθ’ οδόν...", θα πει να αναζητάς καινούριους δρόμους, να είσαι πνεύμα ανήσυχο και αιρετικό, γιατί μόνο τότε δικαιώνεις την ανθρώπινή σου υπόσταση και μπορείς να λέγεσαι "έλλογο ον". Στόχος μας είναι να καταθέσουμε τις σκέψεις μας παίρνοντας ερεθίσματα από τη φιλοσοφία, η οποία ως ιδιαίτερος κώδικας σκέψης και επικοινωνίας μπορεί να μετατρέψει το στοχασμό σε δημιουργία, τον προβληματισμό σε θέση, την απορία σε γνώση.

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

ΠΛΑΤΩΝΑ ‘’ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ’’

1.     151e – 153a

  • Εξέταση του θέματος εάν η γνώση είναι αίσθηση
  • Παραπομπή στον Πρωταγόρα: ‘’Ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, για εκείνα που υπάρχουν είναι το μέτρο ότι υπάρχουν και για εκείνα που δεν υπάρχουν είναι το μέτρο ότι δεν υπάρχουν’’ ð όπως μας φαίνεται κάθε πράγμα, έτσι υπάρχει για μας. Όπως φαίνεται σε σας, έτσι υπάρχει για σας.
  • Αντίρρηση του Σωκράτη: κάποτε ο ίδιος άνεμος στο έναν από μας φέρνει ρίγος, στον άλλο όχι ή ο ένας αισθάνεται ρίγος ελαφρό, ενώ ο άλλος ρίγος ισχυρό  ð ο άνεμος είναι ψυχρός ή δεν είναι;
  • Σύμφωνα λοιπόν με τον Πρωταγόρα φαινόμενο και αίσθηση είναι το ίδιο πράγμα. Όπως δηλ. κάποιος αισθάνεται τα πράγματα, έτσι είναι γιαυτόν ð έχουμε βέβαιη γνώση αυτού το οποίο υπάρχει και αυτή η αίσθηση = γνώση

2.      153e – 154b

  • Σωκράτης: Ένα πράγμα φαίνεται το ίδιο σε κάποιον άλλο άνθρωπο όπως και σε μένα ή μήπως ένα πράγμα δεν φαίνεται ίδιο κάθε φορά ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό;
  • Απάντηση του συνομιλητή: Έτσι είναι.
ð Εάν, λοιπόν, κάτι είναι μεγάλο, λευκό ή θερμό - και εφόσον το ίδιο δεν μεταβάλλεται -  δεν θα έπρεπε ποτέ να φαίνεται διαφορετικό.
ðΥποκείμενο και αντικείμενο βρίσκονται σε διαρκή μεταβολή.

3.      157 a-c

·         To σκληρό και το θερμό και γενικά όλες οι ιδιότητες δεν είναι τέτοιες αυτές καθαυτές, αλλά όλα γίνονται και αποκτούν τα ιδιότητές τους με την αμοιβαία προσέγγιση λόγω της κίνησης. Πραγματικά, τίποτα δεν γίνεται ενεργητικό πριν συναντηθεί με το παθητικό, ούτε παθητικό πριν να συναντηθεί με το ενεργητικό. Επίσης, κάτι που συνάντησε κάτι άλλο και ενήργησε πάνω του, σε συνάντηση πάλι με άλλο εμφανίζεται ως παθητικό.
ð τίποτα δεν υπάρχει αυτό καθαυτό , αλλά γίνεται πάντα σε σχέση με κάτι άλλο.
Σημ:  Τη λέξη ‘’υπάρχει’’ – λέει ο Σωκράτης – πρέπει να την αφαιρέσουμε από παντού αν και αναγκαζόμαστε να την χρησιμοποιούμε.
ðΠρέπει στο λόγο μας να μη λέμε ‘’κάτι’’, ‘’κάποιον’’, ‘μου’, τούτο’, ‘εκείνο’- ούτε κανένα άλλο όνομα που θα δήλωνε κάτι στάσιμο - αλλά να χρησιμοποιούμε εκφράσεις σύμφωνες με την πραγματικότητα: ‘γίνονται’, ‘δημιουργούνται’, ‘καταστρέφονται’, ’μεταβάλλονται’.

4.       161c-162a

·         Ο Σωκράτης ελέγχει την άποψη του Πρωταγόρα ότι ‘’εκείνο που φαίνεται στον καθένα, αυτό και υπάρχει’’. Τον ειρωνεύεται λέγοντας ότι ο Πρωταγόρας είπε ‘’όλων των πραγμάτων μέτρο είναι ο άνθρωπος’’, ενώ θα μπορούσε να πει’’ μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο χοίρος, ή ο πίθηκος’’ ð έτσι θα φαινόταν ότι ‘’ στην κρίση του δεν είναι ανώτερος από κανέναν άλλο, αλλά ούτε και από το νεογέννητο βατραχάκι’’.
·          Συνεχίζει με το συλλογισμό:
-          Εάν για τον καθένα είναι αληθινή όποια γνώμη σχηματίζεται μέσα του από την αίσθηση
-          Εάν την εντύπωση του ενός δεν μπορεί ο άλλος να την κρίνει καλύτερα
-          Εάν τη γνώμη του ενός δεν είναι ο άλλος ικανότερος να την εξετάσει αν είναι ορθή ή ψευδής
-          Εάν ο καθένας, ο ίδιος μόνος του, σχηματίζει γνώμες από τις δικές του εντυπώσεις, οι οποίες είναι όλες ορθές και αληθινές

ð Τότε σε τι ο Πρωταγόρας θα ήταν σοφός, ώστε να αξιώνει να διδάσκει και τους άλλους, αφού ο καθένας αποτελεί , ο ίδιος, μέτρο της δικής του σοφίας;
-          Πώς να μην πούμε ότι τα λεγόμενα του Πρωταγόρα έχουν στόχο την ευχαρίστηση των πολλών (δημαγωγία) ;
-          Έτσι – αν ήταν αληθινή η Αλήθεια του Πρωταγόρα -το να εξετάζουμε ο ένας τις εντυπώσεις του άλλου, ενώ για τον καθένα αυτά είναι ορθά, αποτελεί ατελείωτη φλυαρία.

5.     162c – 164c

Ÿ Ο Σωκράτης θέτει το εξής ερώτημα:
- Όσα αισθανόμαστε με την όραση και την ακοή, συγχρόνως τα γνωρίζουμε;
Π.χ Πριν μάθουμε τη γλώσσα των βαρβάρων, δεν θα βεβαιώσουμε ότι ακούμε, καθώς μιλούν τον ήχο της ομιλίας τους; ð Επομένως ακούμε και γνωρίζουμε όσα λένε;
                                                     ή
Εάν δεν γνωρίζουμε να διαβάζουμε, ρίχνοντας το βλέμμα μας στα γράμματα, θα ισχυριστούμε, ότι εφόσον τα βλέπουμε, τα γνωρίζουμε;
Ÿ Ο Θεαίτητος απαντά ότι α) θα πούμε ότι ξέρουμε οτιδήποτε βλέπουμε και ακούμε, δηλ. το σχήμα, το χρώμα των γραμμάτων ή την οξύτητα και βαρύτητα των φθόγγων και β) όσα διδάσκουν οι δάσκαλοι δεν μπορούμε να πούμε ότι τα αισθανόμαστε με την όραση ή την ακοή, ούτε μπορούμε να πούμε ότι τα γνωρίζουμε.
Ÿ Ο Σωκράτης έχει συμφωνήσει με τον Θεαίτητο να δεχθούν την θέση ότι οπτική εικόνα + αίσθηση + γνώση είναι τι ίδιο πράγμα. Σύμφωνα όμως με αυτή τη θέση και εφόσον βλέπω σημαίνει γνωρίζω, εάν κλείσουμε τα μάτια μας σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε πλέον αυτό το οποίο έχουμε δει. Αυτό το συμπέρασμα είναι παράλογο, άρα καταλήγουν ότι γνώση και αίσθηση δεν είναι το ίδιο πράγμα.
                                                        
6.      166c -167e

·      Μιλά ο Σωκράτης λέγοντας τι θα υποστήριζε ο Πρωταγόρας αν ήταν παρών :
-     Ο Πρωταγόρας λοιπόν – λέει ο Σωκράτης – ονομάζει σοφό αυτόν ο οποίος μπορεί όσα πράγματα μας φαίνονται κακά να κάνει να φαίνονται καλά.
-     Συνεχίζει λέγοντας ότι ένας ασθενής όσα τρώει του φαίνονται πικρά, ενώ ένας υγιής όσα τρώει του φαίνονται καλά (γλυκά) => δεν μπορούμε να θεωρήσουμε σοφότερο ούτε τον ένα ούτε τον άλλο. Όμως πρέπει να μετατρέψουμε τη μια κατάσταση στην αντίθετη της, γιατί η μία από τις δύο είναι καλύτερη. => Έτσι και στη μόρφωση των νέων πρέπει να γίνεται η μεταβολή από τη μια κατάσταση προς την καλύτερή της.
-     Ο γιατρός πραγματοποιεί τη μεταβολή με φάρμακα, ενώ ο σοφιστής με λόγους :
-     Έτσι λοιπόν έναν άνθρωπο ο οποίος λόγω της κακής ψυχικής του κατάστασης έχει κακές παραστάσεις τον κάνει να έχει καλές παραστάσεις, μετατρέποντας την κατάσταση της ψυχής του σε καλή. Κάποιοι λοιπόν – θα έλεγε ο Πρωταγόρας – αυτές τις παραστάσεις τις ονομάζουν αληθινές, όμως εγώ τις ονομάζω καλύτερες από τις άλλες, όχι όμως αληθινότερες.
-     Οι σοφοί για το σώμα ονομάζονται γιατροί. Οι σοφοί για τα φυτά, γεωργοί (και αυτοί όταν τα φυτά είναι άρρωστα τους βάζουν καλές και υγιεινές αισθήσεις)
 => Οι σοφοί και καλοί ρήτορες κάνουν να θεωρούν οι πόλεις ως δίκαια τα καλά και όχι τα κακά. Όσα κάθε πόλη θεωρεί δίκαια και ωραία αυτά και είναι γι αυτήν, όσο χρόνο τα πιστεύει. Ο σοφός, όμως, αντί κακά που είναι για τον κάθε πολίτη, τα κάνει να είναι και να φαίνονται καλά.
=> Ο σοφιστής δίνοντας μια τέτοια αγωγή στους εκπαιδευόμενους αξίζει να παίρνει πολλά χρήματα. Έτσι οι μεν είναι σοφότεροι των δε, ενώ κανένας  δεν έχει γνώμες εσφαλμένες.

7.           169d – 172c    

·         Ο Σωκράτης υποστηρίζει πως δεν υπάρχει κανείς που να μην θεωρεί σε μερικά πράγματα τον εαυτό του σοφότερο από τους άλλους και άλλους πάλι σε κάποια άλλα θέματα τους θεωρεί σοφότερους από τον εαυτό του. Φέρνει ως παράδειγμα μεγάλους κινδύνους, εκστρατείες, αρρώστιες όπου οι άνθρωποι βλέπουν τους ηγέτες σαν θεούς και περιμένουν να σωθούν από αυτούς. Αυτοί οι ηγέτες ξεχωρίζουν για τη γνώση τους. Μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία οι άνθρωποι ζητούν δασκάλους και ηγέτες, ενώ κάποιοι από τους ανθρώπους θεωρούν τους εαυτούς τους ικανούς να διδάσκουν και να άρχουν.
=> Οι άνθρωποι πιστεύουν πως υπάρχει μέσα τους η σοφία και η αμάθεια. Επιπλέον θεωρούν τη σοφία ως αληθινή γνώμη, ενώ την αμάθεια ως σφαλερή γνώμη.

·         Ο Σωκράτης συνεχίζει λέγοντας ότι εφόσον είναι λογικά αποδεκτό ότι οι άνθρωποι έχουν άλλοτε αληθινή γνώμη και άλλοτε σφαλερή προκύπτει ότι δεν μπορεί να ισχύει ο λόγος του Πρωταγόρα ότι για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος. (πχ Αν κάποιος εκφέρει μια γνώμη θα παρουσιαστούν – σχηματικά – χίλιοι με την αντίθετη γνώμη. Τότε ποιος έχει δίκιο;).

·         Ο Σωκράτης φτάνει έτσι στο συμπέρασμα ότι : ο Πρωταγόρας εφόσον αποδέχεται ότι η γνώμη όλων είναι αληθινή θα πρέπει και να παραδεχτεί ότι είχαν δίκιο όσοι θεωρούν τη γνώμη του Πρωταγόρα εσφαλμένη.
Η θέση του Σωκράτη είναι ότι πρέπει να παραδεχόμαστε ότι συμβαίνει κάποιες φορές ο ένας να είναι σοφότερος από τον άλλο ή αμαθέστερος.

·         Ανακινώντας πάλι το θέμα των αισθήσεων λέει ότι τα πιο πολλά πράγματα όπως φαίνονται στον καθένα, έτσι και είναι (θερμά, ξηρά, γλυκά κλπ). Όμως σε ό,τι ωφελεί και βλάπτει την υγεία δεν είναι σε θέση ο καθένας (γυναίκα, παιδί, ζώο) να γνωρίζει το υγιεινό και να θεραπεύεται και εδώ είναι που διαφέρει ο ένας από τον άλλο.

·         Ο Σωκράτης μεταφέρει τη συζήτηση στα ζητήματα της πόλης. Λέει λοιπόν πως στην πολιτική  καλά και άσχημα, δίκαια και άδικα, όσια και ανόσια είναι όποια η πόλη – θεωρώντας τα σωστά – τα βάλει νόμο στον εαυτό της (α περίπτωση)
Όμως στο ζήτημα τι τη συμφέρει και τι όχι (β περίπτωση) δημιουργούνται διαφορές από τον ένα σύμβουλο στον άλλο και από τη μια πόλη στην άλλη, ως προς την αλήθεια.
=> Δύσκολα θα έλεγε κανείς ότι όσα νομοθετήσει μια πόλη νομίζοντας πως τη συμφέρουν αυτά οπωσδήποτε και θα την ωφελήσουν.
Στην πρώτη περίπτωση ό,τι νομίσει η κοινή γνώμη αυτό γίνεται αλήθεια, τότε που θα το νομίσει και για όσο καιρό το νομίσει.

8.          172e – 176a

·         Ο Σωκράτης κάνει μια σύγκριση ανάμεσα σε όσους είναι ρήτορες στα δικαστήρια και σε όσους φιλοσοφούν. Θεωρεί ότι οι πρώτοι είναι δούλοι και οι δεύτεροι ελεύθεροι. Πιο αναλυτικά θεωρεί τους ρήτορες μικρόψυχους και στρεψόδικους, ψεύτες, άδικους που όμως θεωρούν τους εαυτούς τους σοφούς. Αντίθετα οι κορυφαίοι φιλόσοφοι δεν σχετίζονται με τα ζητήματα της πολιτικής, ούτε παίρνουν μέρος στις υλικές απολαύσεις, ούτε ασχολούνται με τους άλλους ανθρώπους. Το σώμα τους βρίσκεται στην πόλη αλλά ο νους τους βρίσκεται «πάνω από τη γη» και ασχολούνται με γεωμετρία, αστρονομία, ερευνούν τη φύση των όντων και δεν καταπιάνονται με τίποτα από όσα βρίσκονται κοντά τους. Οι άνθρωποι αυτού του είδους αναζητούν απαντήσεις σε ερωτήματα όπως : τι είναι πραγματικά ο άνθρωπος και τι ταιριάζει στη φύση του ανθρώπου να κάνει κλπ.
 => Οι άνθρωποι αυτοί, οι φιλόσοφοι δηλαδή, όταν κάνουν δημόσιες εμφανίσεις, αλλά και στις ιδιωτικές τους συναναστροφές γίνονται γελοίοι γιατί είναι άπειροι από αυτά τα πράγματα => οι άλλοι τους θεωρούν ανόητους.
Οι φιλόσοφοι – συνεχίζει ο Σωκράτης:
·         γελούν όταν ακούν τους άλλους να εγκωμιάζουν τυράννους ή βασιλιάδες (αφού θεωρούν τους τελευταίους αγροίκους και απαίδευτους).
·         γελούν επίσης όταν ακούν πως κάποιος κατέχει μεγάλη έκταση γης (αφού είναι συνηθισμένοι να ρίχνουν το βλέμμα τους πάνω σε ολόκληρη τη γη).    
·          γελούν όταν ακούν για κάποιον ότι είναι ευγενής επειδή είχε επτά πλούσιους πάππους (αφού δε γνωρίζει αυτός ότι έχει αναρίθμητους προγόνους : πλούσιους και φτωχούς, βασιλιάδες και δούλους, Έλληνες και βαρβάρους).
=> Έτσι λοιπόν οι άλλοι που βλέπουν το φιλόσοφο να αντιδρά έτσι τον περιγελούν γιατί τους φαίνεται περήφανος ή ότι δεν γνωρίζει όσα είναι μπροστά του.
Όταν όμως – λέει ο Σωκράτης – η συζήτηση προχωρήσει σε ανώτερες σφαίρες και πάει σε ζητήματα όπως είναι η έρευνα της δικαιοσύνης και της αδικίας, της βασιλείας, της ανθρώπινης ευδαιμονίας και κακοδαιμονίας (και όχι σε τι με αδικείς εσύ ή εγώ ή αν ένας βασιλιάς που έχει χρυσάφι είναι ευτυχισμένος), τότε ο ρήτορας των δικαστηρίων παθαίνει ίλιγγο, τραυλίζει…
=> Ο φιλόσοφος είναι αναθρεμμένος με ελευθερία και άνεση για αυτό θεωρείται κουτός και τιποτένιος όταν τον βάζουν να κάνει κανένα δουλικό επάγγελμα πχ να καρικεύει το φαγητό ή να λέει κολακευτικά λόγια. Αυτά ο φιλόσοφος δεν μπορεί να τα κάνει, αφού ο ρόλος του είναι να βρίσκει την αρμονία στους λόγους για να υμνήσει σωστά τη ζωή των θεών και των ανθρώπων που είναι ευτυχισμένοι.
Ο Θεόδωρος απαντά ότι εάν ο Σωκράτης κατάφερνε και έπειθε τους ανθρώπους, τότε θα υπήρχε ειρήνη στον κόσμο και λιγότερα κακά.
Όμως ο Σωκράτης ανταπαντά ότι δεν είναι δυνατόν να χαθούν τα κακά, γιατί είναι ανάγκη να υπάρχει κάτι αντίθετο στο καλό και όλα αυτά αναγκαστικά περιτριγυρίζουν τη θνητή φύση και το γήινο τόπο.

9.            181c – 183a

·         Ο Σωκράτης εξετάζει το ζήτημα της κίνησης :
1ο είδος κίνησης : Κάτι κινείται όταν αλλάζει τόπο ή όταν στρέφεται στο ίδιο μέρος (φορά).
2ο είδος κίνησης : Κάτι μένει στο ίδιο μέρος, αλλά γερνά ή από λευκό γίνεται μαύρο ή από μαλακό σκληρό ή παθαίνει κάποια άλλη αλλοίωση (αλλοίωση).
=> Είναι λογικό όλα να κινούνται και με τα δυο είδη κίνησης, αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε την ποιότητά τους. Όμως επειδή όλα ρέουν και μεταβάλλονται διαρκώς, αναρωτιέται αν μπορεί κάτι να χαρακτηριστεί.
Παραδείγματος χάρη το λευκό, αφού η λευκότητά του μεταβάλλεται συνεχώς είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί ως χρώμα;
=>Το ίδιο πρόβλημα δημιουργείται και με την οποιαδήποτε αίσθηση, πχ την όραση ή την ακοή. Εφόσον όλα κινούνται, δεν παραμένει ποτέ ίδια. Άρα δεν επιτρέπεται να πούμε ότι βλέπουμε κάτι, ούτε ότι δεν το βλέπουμε, ούτε ότι έχουμε κανένα άλλο αίσθημα, ούτε ότι δεν το έχουμε, αφού όλα κινούνται με όλους τους τρόπους.
Συμπέρασμα 1ο : Ενώ οι συνομιλητές ξεκίνησαν να αποδείξουν ότι η αίσθηση είναι γνώση, κατέληξαν να απαντήσουν τι είναι το αντίθετο της γνώσης( δηλ. η αίσθηση δεν είναι γνώση)
Συμπέρασμα 2ο : Αν όλα κινούνται, αποδείχθηκε ότι κάθε απάντηση για οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις, είναι το ίδιο ορθή είτε πει κανείς πως είναι (γίνεται) έτσι, είτε πει κανείς πως δεν είναι (γίνεται) έτσι.   



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου